Η καθημερινότητα των πολιτών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Ιδιαίτερα μετά το 2021, από τη μία οι διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, από την άλλη, η συνεχής αύξηση των τιμών των καυσίμων και γενικότερα της ενέργειας έχουν επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά και τις μικροεπιχειρήσεις, οδηγώντας πολλά από αυτά σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση.

Τα μέτρα ελάφρυνσης που κατά καιρούς έχει εξαγγείλει η Κυβέρνηση δεν είναι επαρκή για να αντιμετωπίσουν τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής των πολιτών και του λειτουργικού κόστους, ιδιαίτερα των μικροεπιχειρήσεων.

Την ίδια στιγμή, η αύξηση των τιμών των καυσίμων, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, έχει επιφέρει αλυσιδωτές αυξήσεις στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Σε συνδυασμό με την εκ νέου αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών έχει περιοριστεί σημαντικά.

Από την άλλη πλευρά, το κράτος αυξάνει τα έσοδά του μέσω των έμμεσων φόρων και του ΦΠΑ, καθώς η άνοδος των τιμών συνεπάγεται αντίστοιχα και μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα.

Ως Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, τόσο κατά τη συνάντηση που είχαμε στο Προεδρικό πριν από την ψήφιση της φορολογικής μεταρρύθμισης όσο και κατά τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή, ζητούσαμε επανειλημμένα τη μείωση των έμμεσων φόρων και την ενίσχυση της προοδευτικότητας της άμεσης φορολογίας. Οι εισηγήσεις μας δεν εισακούστηκαν και τελικά ψηφίστηκε μια φορολογική μεταρρύθμιση η οποία, κατά την άποψή μας, ευνοεί περισσότερο τα υψηλά εισοδήματα και τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Η συνεχής αναβάθμιση της κυπριακής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους πολίτες. Για πολλές οικογένειες, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: οι πολίτες αναγκάζονται να υπολογίζουν ακόμη και το τελευταίο ευρώ για να καλύψουν τις απολύτως απαραίτητες ανάγκες τους.

Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την επιβάρυνση από τα υψηλά τραπεζικά επιτόκια, το πρόβλημα γίνεται ακόμη οξύτερο. Από τη μία καταγράφεται αύξηση των εσόδων του κράτους και, από την άλλη, αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών. Για τα νοικοκυριά και τις μικροεπιχειρήσεις, όμως, όλες αυτές οι αυξήσεις μεταφράζονται σε ακόμη μεγαλύτερη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημά τους.

Αυτό που εισηγούμαστε και ζητούμε από την Κυβέρνηση είναι η άμεση εφαρμογή ουσιαστικών και διαρκών μέτρων για τη μείωση των έμμεσων φόρων και των φόρων κατανάλωσης, κυρίως σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, με ιδιαίτερη έμφαση στα καύσιμα και στον ηλεκτρισμό.

Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστεί μια δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών μέσω της άμεσης φορολογίας, ώστε ενδεχόμενες απώλειες κρατικών εσόδων από μειώσεις στην έμμεση φορολογία να αντισταθμίζονται με τρόπο κοινωνικά δικαιότερο.

Η αξία ενός ευρώ δεν είναι ίδια για όλους. Για ένα νοικοκυριό με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα μπορεί να είναι καθοριστική για την κάλυψη βασικών αναγκών. Για ένα πρόσωπο με πολύ υψηλό εισόδημα ή για μια ιδιαίτερα κερδοφόρα μεγάλη επιχείρηση, η ίδια επιβάρυνση έχει σαφώς μικρότερη επίδραση στο επίπεδο διαβίωσης ή στην οικονομική του δραστηριότητα.

Εάν η Κυβέρνηση και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιθυμούν να παραμείνουν συνεπείς προς τις εξαγγελίες τους για στήριξη της κοινωνίας, απαιτούνται άμεσα διορθωτικά και αντισταθμιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.

Οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν μεταφράζονται σε βελτίωση της καθημερινότητας, ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και ουσιαστική προστασία των νοικοκυριών και των μικροεπιχειρήσεων.