Τα πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας καταδεικνύουν τη συνεχιζόμενη επιβάρυνση των κυπριακών νοικοκυριών από την αύξηση του κόστους βασικών αγαθών και υπηρεσιών.
Ο πληθωρισμός τον Σεπτέμβριο του 2026 διαμορφώθηκε στο 3,7%, ενώ οι τιμές των πετρελαιοειδών κατέγραψαν ετήσια αύξηση 25,8%. Παράλληλα, στην κατηγορία του ηλεκτρισμού και του νερού παρατηρήθηκε αύξηση 11,2%, επιβεβαιώνοντας τις έντονες πιέσεις στις ανελαστικές δαπάνες των νοικοκυριών. Συνέπεια αυτού είναι η δραστική μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους, ιδιαίτερα όταν καλούνται να ανταποκριθούν και στην αποπληρωμή δόσεων δανείων.
Η αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας απαιτεί συνδυασμό άμεσων και μακροπρόθεσμων πολιτικών. Επιβάλλεται η εφαρμογή μιας ουσιαστικής και αποτελεσματικής ενεργειακής πολιτικής, με στόχο την πράσινη μετάβαση και την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Χρειάζεται η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας από την ΑΗΚ, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και η ενίσχυση της πρόσβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα εκθέτει την κυπριακή οικονομία στις διεθνείς ανατιμήσεις και στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ως Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, ζητούμε, μεταξύ άλλων:
• Να δοθεί προτεραιότητα στη στοχευμένη προστασία των οικονομικά ευάλωτων πολιτών.
• Να διασφαλιστούν η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς καυσίμων και η διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών.
• Να επιταχυνθούν οι επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και στις βιώσιμες δημόσιες μεταφορές.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς κοινωνική συμμετοχή και δίκαιη κατανομή του κόστους και των ωφελειών της.
Η προστασία του οικογενειακού εισοδήματος και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα αποτελούν αλληλένδετες προϋποθέσεις μιας ανθεκτικής οικονομίας.
