Η παρουσία του Προέδρου Χριστοδουλίδη και του κ. Έρχιουρμαν στο Φεστιβάλ Ειρήνης στην Πύλα, το περασμένο Σάββατο, αποτέλεσε μια ιδιαίτερη κοινωνική και δημόσια εκδήλωση, η οποία διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από τις κατ’ ιδίαν συναντήσεις ή τις συναντήσεις που πραγματοποιούνται με την παρουσία και τον συντονισμό εκπροσώπων του ΟΗΕ. Η ατμόσφαιρα ήταν εορταστική, με τη συμμετοχή κατοίκων της Πύλας, πολλών επισκεπτών, καθώς και πολιτικών προσώπων και από τις δύο κοινότητες. Παρά τους περιορισμούς που χαρακτηρίζουν την αξιοποίηση τέτοιων εκδηλώσεων, η συγκεκριμένη συνάντηση μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμη, καθώς ανέδειξε τη δυνατότητα δημόσιας επικοινωνίας και ειρηνικής συνύπαρξης.
Η Πύλα αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη εναπομείνασα μικτή κοινότητα στο νησί μας μετά την εισβολή. Η ίδια η ύπαρξή της αποδεικνύει ότι, όπως συνέβαινε και πριν από τα γεγονότα του 1974, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά στις ίδιες κοινότητες και πόλεις. Διαχρονικά, αυτή η ιδιαιτερότητα διατηρούσε μια αισιόδοξη προοπτική για τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, παρά τα σοβαρά κοινωνικά και άλλα προβλήματα που αναπτύχθηκαν. Τα προβλήματα αυτά συνδέονταν, κατά κύριο λόγο, με την έμμεση ή άμεση παρέμβαση του κατοχικού καθεστώτος στην τοπική κοινωνία.
Κορύφωση αυτής της κατάστασης αποτέλεσε η επίθεση Τουρκοκυπρίων και εποίκων εναντίον ανδρών της ΟΥΝΦΙΚΥΠ τον Αύγουστο του 2023, με αφορμή τη μονομερή παραβίαση του καθεστώτος της Νεκρής Ζώνης στην περιοχή και την παρέμβαση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ. Οι εισηγήσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη για την επίλυση του προβλήματος θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα σημαντικό Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, συμβάλλοντας στην αποκλιμάκωση της έντασης και στη δημιουργία προϋποθέσεων για ουσιαστικότερο διάλογο. Ωστόσο, οι εισηγήσεις αυτές απορρίφθηκαν από την τουρκική πλευρά και, έκτοτε, δεν αξιοποιήθηκαν ως βάση για περαιτέρω πρόοδο.
Παρά τις πολύμηνες προσπάθειες και την ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, η μέχρι σήμερα πορεία καταδεικνύει τις δυσκολίες επίτευξης ουσιαστικών βημάτων από τις δύο κοινότητες. Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν περιορίζεται στις τοπικές σχέσεις ή στις επιμέρους διαφωνίες. Η συνεχιζόμενη κατοχή και ο βίαιος διαχωρισμός που αυτή συνεπάγεται συνιστούν το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να κινηθούν οι Κύπριοι. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι δυνατότητες των δύο κοινοτήτων να επιλύσουν αυτοτελώς τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος παραμένουν περιορισμένες.
Συνεπώς, όπως επισημαίνεται και σε άρθρο της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, κ. Μ. Α. Ολγκίν, είναι αναγκαίο οι δύο ηγέτες να επικεντρωθούν ουσιαστικά στο Κυπριακό και να επιδιώξουν, με δημιουργικό πνεύμα και πολιτική βούληση, την προοδευτική προσέγγιση των επιμέρους ζητημάτων. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να αρχίσει από θέματα μικρότερης πολιτικής βαρύτητας, τα οποία προσφέρονται για συνεννόηση και οικοδόμηση εμπιστοσύνης, και να επεκταθεί σταδιακά σε δυσκολότερα και ουσιαστικότερα ζητήματα. Στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων για την επίτευξη μιας συνολικής και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού.
Η Πύλα μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η κοινωνική επικοινωνία, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να υπερβεί τις πολιτικές συνθήκες που συντηρούν τη διαίρεση. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να παραμείνει το Φεστιβάλ Ειρήνης μια μεμονωμένη συμβολική εκδήλωση, αλλά να αξιοποιηθεί ως αφετηρία για συγκεκριμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και για ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό.
Μόνη βιώσιμη προοπτική παραμένει ο κοινός αγώνας για απελευθέρωση και για τη δημιουργία μιας ενωμένης και δίκαιης κοινωνίας για όλους τους Κυπρίους, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Πέρα από τους συμβολισμούς: Η Πύλα και η προοπτική λύσης του Κυπριακού
