Η σημερινή συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών για το πλαίσιο των εκποιήσεων και την προστασία της πρώτης κατοικίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες πολίτες εξακολουθούν να ζουν υπό την απειλή απώλειας της στέγης τους.

Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών προσέρχεται στη συζήτηση με συγκεκριμένες και ουσιαστικές προτάσεις, επιλέγοντας σταθερά να βρίσκεται στη σωστή πλευρά της κοινωνίας: δίπλα στους πολίτες που ζητούν δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και πραγματική προστασία της πρώτης και μοναδικής κατοικίας.

Η στάση του Κινήματος στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι σταθερή και διαχρονική. Από το 2014 μέχρι σήμερα, οι Οικολόγοι δεν ψήφισαν κανένα νομοσχέδιο που να αφορά το πλαίσιο των εκποιήσεων, ενώ κατέθεσαν επανειλημμένα προτάσεις νόμου με στόχο την ουσιαστική προστασία των δανειοληπτών και ιδιαίτερα της πρώτης κατοικίας. Στο ζήτημα των εκποιήσεων και της προστασίας της πρώτης κατοικίας, το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών στάθηκε διαχρονικά στη σωστή πλευρά της κοινωνίας και, όπως αποδεικνύεται σήμερα, και στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Η ανάγκη για ουσιαστική νομοθετική παρέμβαση είναι πλέον επιτακτική. Η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα δευτερεύον τεχνικό ζήτημα, αλλά ως θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης, κράτους δικαίου και θεσμικής ισορροπίας.

Στο επίκεντρο της συζήτησης πρέπει να τεθούν κρίσιμες αλλαγές που αποκαθιστούν βασικές αδικίες του ισχύοντος πλαισίου.

Πρώτον, απαιτείται η διασφάλιση του αναφαίρετου δικαιώματος του δανειολήπτη για άμεση και αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ώστε να μπορεί να καθορίζεται το νόμιμο ποσό της οφειλής πριν από οποιονδήποτε πλειστηριασμό. Δεν είναι αποδεκτό να οδηγείται ένας πολίτης στην απώλεια της κατοικίας του χωρίς να έχει προηγουμένως τη δυνατότητα ουσιαστικής δικαστικής προστασίας.

Δεύτερον, πρέπει να καταργηθεί η δυνατότητα πώλησης ακινήτου σε οποιαδήποτε τιμή επιλέγει ο πιστωτής, χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης. Η πρακτική αυτή δημιουργεί σοβαρά περιθώρια αδικίας και οδηγεί σε εκποίηση περιουσιών σε εξευτελιστικές τιμές, εις βάρος των δανειοληπτών.
Τρίτον, οι αποφάσεις του Γραφείου του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου οφείλουν να καταστούν δεσμευτικές. Δεν είναι δυνατόν ένας θεσμός που εξετάζει διαφορές και καταγγελίες πολιτών να παραμένει χωρίς ουσιαστικό εκτόπισμα απέναντι σε τράπεζες, εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και διαχειριστές δανείων που διαθέτουν σαφώς ισχυρότερη θέση.

Τέταρτον, απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές στο πλαίσιο αφερεγγυότητας, ώστε να αρθεί η ετεροβαρής θέση ισχύος των πιστωτών και να διαμορφωθεί ένα πραγματικά δίκαιο σύστημα, που να επιτρέπει βιώσιμες λύσεις για τους δανειολήπτες και όχι να λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά υπέρ των ισχυρών.

Σε ένα τόσο κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα, η Βουλή οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να παραμένει σύνθημα χωρίς αντίκρισμα. Απαιτούνται αποφάσεις που να ενισχύουν πραγματικά την προστασία των πολιτών και να επαναφέρουν την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα είσπραξης μιας οφειλής και στο δικαίωμα του πολίτη στη στέγη, στη δικαιοσύνη και στην αξιοπρέπεια.