Η περίπτωση της προτεινόμενης ανάπτυξης στην εγκαταλελειμμένη κοινότητα Τρόζενα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγουμε ως χώρα, ειδικά σε σχέση με τα ερειπωμένα ή εγκαταλελειμμένα χωριά της κυπριακής υπαίθρου.
Η μετατροπή ενός ολόκληρου χωριού, ή μεγάλου μέρους του, σε χώρο ιδιωτικής επένδυσης με δεκάδες νέες κατοικίες, κατασκηνωτικό χώρο και οινοποιείο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή πολεοδομική υπόθεση. Αφορά την ταυτότητα της υπαίθρου, την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά, το φυσικό περιβάλλον και το δικαίωμα των τοπικών κοινωνιών να έχουν λόγο στο μέλλον του τόπου τους.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας, η ανάπτυξη περιλαμβάνει κατεδαφίσεις υφιστάμενων παραδοσιακών κτηρίων και ανέγερση νέων στη θέση τους. Σε ένα χωριό που, παρά την εγκατάλειψη, άντεξε στο πέρασμα του χρόνου, η κατεδάφιση του οικιστικού του αποτυπώματος ισοδυναμεί με απώλεια ενός κομματιού της αρχιτεκτονικής και ιστορικής μας μνήμης.
Η αναβίωση της κυπριακής υπαίθρου δεν μπορεί να γίνεται με όρους μαζικής αλλοίωσης, ούτε με λογικές που μετατρέπουν εγκαταλελειμμένα χωριά σε κλειστές ιδιοκτησιακές αναπτύξεις. Υπάρχουν πολύ πιο ήπιες, φιλικές και βιώσιμες μορφές τουριστικής και αγροτουριστικής ανάπτυξης, οι οποίες εφαρμόζονται με επιτυχία στο εξωτερικό και μπορούν να προσαρμοστούν και στην Κύπρο. Μορφές ανάπτυξης που βασίζονται στην αποκατάσταση υφιστάμενων κτηρίων, στη διατήρηση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, στην ανάδειξη του φυσικού τοπίου και στη σύνδεση με την τοπική παραγωγή και την ιστορία κάθε περιοχής.
Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η Ευρώπη θέτει σαφείς στόχους για την ανακαίνιση και αναβάθμιση του κτηριακού αποθέματος, η Κύπρος οφείλει να αξιοποιήσει τα εγκαταλελειμμένα χωριά της όχι ως «κενό χώρο» για νέες κατασκευές, αλλά ως ζωντανή κληρονομιά που μπορεί να αποκατασταθεί, να επαναχρησιμοποιηθεί και να δώσει πραγματική προοπτική στην ύπαιθρο.
Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών καλεί τις αρμόδιες αρχές να εξετάσουν την υπόθεση με τη δέουσα σοβαρότητα, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις πολεοδομικές παραμέτρους, αλλά και τις περιβαλλοντικές, πολιτιστικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η ένταξη της περιοχής στο δίκτυο Natura 2000 καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για αυστηρή περιβαλλοντική αξιολόγηση και πλήρη διαφάνεια στη διαδικασία.
Η κυπριακή ύπαιθρος χρειάζεται αναβίωση, όχι αντικατάσταση. Χρειάζεται ζωή, όχι αλλοίωση. Χρειάζεται επενδύσεις που σέβονται τον τόπο, την ιστορία, το φυσικό περιβάλλον και την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά.
Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών