Κατά τη χθεσινή δημοσιογραφική διάσκεψη του Υπουργού Εσωτερικών στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών τέθηκαν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα του στεγαστικού προβλήματος και τον τρόπο με τον οποίο οφείλει το κράτος να σχεδιάζει τη στεγαστική του πολιτική με ορίζοντα το μέλλον.
Η συζήτηση για το στεγαστικό δεν μπορεί να περιορίζεται στην παραγωγή νέων μονάδων κατοικίας. Δυστυχώς οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης στοχευούν στην ενίσχυση του ηδη κορεσμένου κατασκευαστικού τομέα, γεγονός που θα αυξήσει το κόστος της στέγης. Με αυτο τον τρόπο δεν δημιουργείται ενεργό οικιστικό απόθεμα προσιτής στέγης αλλά το αντίθετο: ανενεργό απόθεμα ακριβής στέγης.
Ο προγραμματισμός για τις στεγαστικές ανάγκες της χώρας οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη την επανάχρηση και ανακαίνιση του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος, σε ευθυγράμμιση με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Renovation Wave του 2020.
Η αναζωογόνηση υφιστάμενων κτηρίων, ιδιαίτερα σε ιστορικά κέντρα όπως η εντός των τειχών Λευκωσία, έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να δώσει ουσιαστικές λύσεις, μεταξύ άλλων και στη φοιτητική στέγαση, περιορίζοντας παράλληλα την άναρχη αστική επέκταση.
Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει στο κράτος να κατευθύνει πολύτιμους πόρους προς νέες και αυξανόμενες κοινωνικές ανάγκες.
Η επένδυση σε σύγχρονες μορφές διαβίωσης, όπως σχήματα co-housing και multi-housing που εφαρμόζονται επιτυχώς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο κοινωνικής συνοχής και υποστήριξης.
Το στεγαστικό ζήτημα απαιτεί ολιστική και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Λύσεις υπάρχουν, εφόσον σχεδιάζουμε με γνώμονα τη βιωσιμότητα, την κοινωνική συνοχή, την οικολογική ισορροπία και τη συνετή οικονομική διαχείριση. Οι πολιτικές που υιοθετούνται σήμερα οφείλουν να απαντούν όχι μόνο στα προβλήματα του παρόντος, αλλά και στις προκλήσεις που ήδη διαγράφονται για το αύριο.