Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε κουρδικές συνοικίες του Χαλεπίου, με αναφορές για χρήση βαρέων όπλων σε κατοικημένες περιοχές και θύματα αμάχους, εντείνουν την ανησυχία για την ασφάλεια δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά τη δραματική κατάσταση που επικρατεί στη Συρία.
Σημειώνεται ότι θύματα των συγκρούσεων στην περιοχή του Χαλεπίου είναι και οι Αρμένιοι, Αλεβίτες και Ορθόδοξοι Χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής.
Η Τουρκία επισήμως διακηρύσσει την πρόθεσή της να βοηθήσει την κυβέρνηση της Δαμασκού να καθαρίσει τους Κούρδους από την Βόρεια Συρία, ενώ η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει χλιαρά την ανθρωπιστική κρίση που προκαλούν οι επιθέσεις των τζιχαντιστών.
Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών έχει ήδη τοποθετηθεί δημόσια, καταδικάζοντας κάθε μορφή βίας κατά αμάχων και υπογραμμίζοντας ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος σε κατοικημένες περιοχές συνιστά σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και των κοινοτήτων που βρίσκονται στο επίκεντρο των συγκρούσεων δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση ή να εξαρτάται από γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Στο πλαίσιο αυτό, και λόγω της κλιμάκωσης των επιθέσεων κατά κουρδικών περιοχών του Χαλεπίου, το Κίνημα καλεί τα μέλη και τους φίλους του να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση και πορεία αλληλεγγύης που διοργανώνει η κουρδική κοινότητα στην Κύπρο το Σάββατο 10 Ιανουαρίου, στις 12 το μεσημέρι, στη Λευκωσία.
Καλούμε την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταδικάσει τις επιθέσεις κατά των Κούρδων και άλλων μειονοτήτων στο Χαλέπι και να ζητήσει την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πορεία θα ξεκινήσει από τον χώρο του Υπουργείου Εσωτερικών και θα κατευθυνθεί προς το Γραφείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου θα πραγματοποιηθεί δήλωση προς τα μέσα ενημέρωσης από εκπρόσωπο της κουρδικής κοινότητας. Μετά τη συγκέντρωση, η πορεία θα συνεχιστεί προς την Αμερικανική Πρεσβεία.
Η συμμετοχή πολιτών, οργανώσεων και πολιτικών δυνάμεων στη συγκέντρωση αποτελεί έμπρακτη έκφραση αλληλεγγύης προς τους κουρδικούς πληθυσμούς που δοκιμάζονται, αλλά και δημόσια υπενθύμιση ότι η στοχοποίηση κοινοτήτων και η βία κατά αμάχων δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές ή να αντιμετωπίζονται με σιωπή.